διαιτητικός

формы словаβ
διαιτητικός
1) диететический;
2) арбитражный;
          ~ή επιτροπή — арбитражная комиссия



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово диететический? — διαιτητικός
как на (ново)греческом будет слово арбитражный? — διαιτητικός
как с (ново)греческого переводится слово διαιτητικός? — диететический, арбитражный


αναμαρτησίακαλειδοσκόπιουδατογράφημασκυθρωπόςχρειάζομαιπλευριτικόςβραδύνουςαγοράζωελκωμαστιβάδασιδεροκέφαλοςγρατζουνιάαρχειοθέτριααποτελματώνομαιαναμετράωδάφνινοςμυστικόαργεύωπεριποιητικόςρεύμα μετατόπισηςστυγερότητα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit