διακίνηση

формы словаβ
διακίνηση
(-εως) η уст. сотрясение (тж. мед.)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово сотрясение? — διακίνηση
как с (ново)греческого переводится слово διακίνηση? — сотрясение


βουδδίστριαούλομαγευτήςπρόσκτησηαμάνικοςτριτοπρόσωποςπαρατυχούσασκόραποταμιεύωμειονοψηφώναυαγισμένοςδιεξαγωγήντεπόρπολεμόωμειοψηφώνοπερέτακαβουρδιστόςφραγμόςιατρεύωβυθοκορώΕυαγγέλιο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit