πιθανολογώ

формы словаβ
πιθανολογώ
:
          πιθανολογειται... — [phrase]считается вероятным, возможным; думают(__,__) что возможно...[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово πιθανολογώ? —


χαψιάμυξομάνδηλονσαβουράτοςγενναιόδωραουσιαστικοποιημένοςκαλοθρεμμένοςαξεπάστρευτοςπατριάκυπαρισσάκικατάντημαεξιλεώνωηλικιώνομαιεξαγόρασμααλληλοδιδακτικόςμαριονέττακαρατάρωστηθαίομέγγλαεννέαφαινυλαμίνηεκδηλώνομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit