βαθμολογικά

формы словаβ
βαθμολογικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово βαθμολογικά? —


γελαστάκωδωνοκρούστηςκαρβουνιασμένοςσημαντικότηταπενταπλασιασμόςκατακεκλιμένοςσπεσιαλιτέσιάζωλιγεύωαβούλητοςξανοσταίνωεξάεμβρυοπλαστίαεξοδιάζωκαταπληγώνωεπιλόχιοςερετικόνξεμολογιούμαιμυγιαστήριμόλιςκληρικοκρατία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit