μερικό

формы словаβ
μερικό
το частное, единичное;
          η επαγωγή από τό ~ εις τό γενικό — переход от частного к общему



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово частное? — μερικό
как на (ново)греческом будет слово единичное? — μερικό
как с (ново)греческого переводится слово μερικό? — частное, единичное


αλαλούκηςακανθοειδήςενημέρωσηκοράλινοςπροελαύνωβαθμοθετώαργολόγοςγλοιφόςσωματομετρικόςπατητήςκαρπισμένοςπροσεχώςαλληλοδεσμεύομαιπεζοναύτηςυπονόμευσηαξεδίψασταατοκίακατατακτήριοςακροτομίαμονδαμίνητριτεξαδέλφη




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit