εξομολογητικός

формы словаβ
εξομολογητικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово εξομολογητικός? —


βωλοειδήςκρεοηώληςεκπροσώπευσηξανανιωμένοςγαλάζιοςαστερακάνθιοναναλιγώνωπαγοκολώναμετάζωαεπιστρέφομαιδιαμοιράζομαιιδιωτεύωπλευρικόςμιλλι-βόλτάχρωμοςτσινιάρικοςεπίκαυσηαλκάλωσιςπαλιννοστίακοτζάμάστρεγος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit