θρησκοπάθεια

формы словаβ
θρησκοπάθεια
η религиозный фанатизм



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово религиозный фанатизм? — θρησκοπάθεια
как с (ново)греческого переводится слово θρησκοπάθεια? — религиозный фанатизм


αποπυρηνικοποιημένοςασπρογέννηςαθέρμιστοςταχογράφοςκατωσέντονοτακούνιμπανιστήςναυτικόςκηροειδήςεπικοινωνιολογίααγκωνιαστάφόρτωσηχολαιμίακαταβρεκτήραπογέμισηεμπότισμαεξουσιοδοτημένοςεπιχαλικώνωχειραφεσίακατεργάρικοςδιατρύπηση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit