διερράγην

формы словаβ
διερράγην
παθ. αόρ. от διαρρηγνύω



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διερράγην? —


αβανγκαρντιστήςπεριβολάρηςπενταπλασιάζωδιάραχοανεμόχιονοακανθοφάγοςπαρεκτρέπωκακοφαίνετοιγαζίγαρνιτούραξίκιπύξοςπλινθοκεραμοποιίαπέρσικαλορίζικασυγκλονιστικάυπογραμμήαδιαχώριστοςγενεσιουργικόςκολόβιοημίθεος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit