μόλα

формы словаβ
μόλα
(προστ. от μολάρω) :
          εγια-μόλα — мор. [phrase]отдать паруса![/phrase]



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μόλα? —


χοιρομέριεκγλυφήανεγελώευμνημόνευτοςανωτερότηταπροεκβάλλωξυλοπερήφανοςεντελώςασταχοφόροςαπολίπανσηδιαδραστικόςμαυρομάλληςεξανθηματώδηςαγγελιοδότηςψαράδικοχαλβάςθάβωπρωρατικάφουμάωκαψυλλίωσηανοργανωσιά




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit