νοικοκυρόπαιδο

формы словаβ
νοικοκυρόπαιδο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово νοικοκυρόπαιδο? —


άσθμαακριβοκόποςαποποιούμαιμπέκοργανώσιμοςκοινοτάρχηςκτήμακατάψυξηεκλαΐκευσησάττωηλεκτροοπτικήπόλισμανπορθητήςρίματακτικάσυμπολιτεύομαιγρόσιμαγνητοσκόπιογένεσηετεροπλασίαανάγκη




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit