λογοκλοπή

формы словаβ
λογοκλοπή



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово λογοκλοπή? —


λάγνοςαντικαταβολήμπογιατζήςαστατικόςσυγκατάθεσηδημοτελήςεφευρέτηςγλυκόποτοςανθελονοσιακόςεγωιστικόςμέτρησηδιαμορφώνομαιετέθηνεναβρύνομαιτραχωματικόςκοπαδιάρηςχυμένοςμισομεθυσμένοςαρθρογραφίακαρατόμίαδιασκευαστής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit