εκδύω

формы словаβ
εκδύω
(αόρ. εξέδυσα) раздевать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово раздевать? — εκδύω
как с (ново)греческого переводится слово εκδύω? — раздевать


πλούτισμαμπλαζέςαιφνιδιαστικάυδατοσκοπίασυνειδοποίησηγαιανθρακορύκτηςμαστοειδήςνομεύςαμοιβαδοειδήςξεντύνομαιαπαραφύλαχτοςφιλοδοξώευθηναίνωσαρδανάπαλλοςσβήνωπαλιμβουλίαπλεύσιμοςαμφιβληστροειδίτιδατσακίζωναρκοθέτησηξεκινητής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit