πατριωτικός

формы словаβ
πατριωτικός
патриотический;
          ο Μεγάλος Πατριωτικός πόλεμος — Великая Отечественная война
          ~ή πράξη — патриотический поступок;



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово патриотический? — πατριωτικός
как с (ново)греческого переводится слово πατριωτικός? — патриотический


χρονολογίαέμφυτοςσημαιοστολίζωκιτρινίζωποδοβολήακούνιστοςαυτόγραφοψυχαρούδααλειχήνασάκχαροαυτοκαλούμαισινιάλοαπαπούτσωτοςθρέμμαμονοιασμέναχρωστήραςτριοξείδιοανακλητήριοςβακτηριολογικόςδελφινοκόριτσοονοματεπώνυμο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit