λυχνίσκ|ος

формы словаβ
λυχνίσκ|ος
ο уменьш. к λύχνος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово λυχνίσκος? —


αχόρταγοςυπερθέρμανσηανεμομάζωχτοςσιδηροπυρίτηςκαρποφορίαύψωσηξανασήκωμαολόκαινοςασύνθετοςαποστειρωτήςζαχαροκαμωμένοςδενδροφθόροςδιαπλανητικόςποντικοφάρμακοκτέναλαμπυράδαΙνδοευρωπαίοιμεγαλοδύναμοςψοφάωπιφήδυσμα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit