ότου

формы словаβ
ότου
:
          μέχρις ~... или έως ~... — до тех пор;
          αφ' ~... — с тех пор, как..., с того момента как...



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ότου? —


παρακλητικόςδιάβασηςκατσουλητόςθερμογράφοςχρηματοοικονομικόςανασκιράωγλαντόςμπανίζωπροσοδοφόροςραδιοσκηνοθεσίαβωλαράκιβουρδούλακαςεπιφώνησηξεμολογιούμαιστατέριαδικοβάλλωχολώνωαδίκιωτοςακριβαίνωραφιγράφοςάξιος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit