ρίς

формы словаβ
ρίς
(γεν. ρινός) η нос



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово нос? — ρίς
как с (ново)греческого переводится слово ρίς? — нос


εκδικούμαιαισθησιολογίαχορτολόγοςγλυκόξανθοςκαρποφορώξυριστικόςπεριβαλλοντικόςισραηλίτηςγλωσσοκοπώπριονιστήςεφτακοσάρααυτάρεσκοςαιματοβαμμένοςβύζουναςσεληνόφωςαντιφλογιάαφλούδιαστοςχωριατοφάσουλονομοταγήςμάτκόπια




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit