αρβανίτικ|ος

формы словаβ
αρβανίτικ|ος
албанский;

===
          ~η φωτιά — большой костёр;
          έχει (или είναι) ~о κεφάλι — он очень упрям;
          τόν έπιασε τ' ~ο — он заупрямился



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово албанский? — αρβανίτικος
как с (ново)греческого переводится слово αρβανίτικος? — албанский


διαφωνώψωρικόεπώνυμοσυμπιλητήςεθνικόςθαλασσοπόροςοικιστήςτυπογραφωκομπώνομαιμελλοθάνατοςαποκρυσταλλώνομαιδιεκτομήεπιλήσμονεπικονίασηχρυσόθριξαποκλείνομαιξεμοντάρισμαανελλιπήςτύμπανοευφραίνωεξουσιοδότηση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit