κοίμηση

формы словаβ
κοίμηση
η 1) сон;
2) перен. смерть;
          η ~ τής Θεοτόκου — церк. успение (богородицы) ;
          ο ναός τής κοιμήσεως τής Θεοτόκου — Успенский собор



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово сон? — κοίμηση
как на (ново)греческом будет слово смерть? — κοίμηση
как с (ново)греческого переводится слово κοίμηση? — сон, смерть


καταντοίνωαυτοτομίαπολυφίλητοςνταούλιβασιβουζουκισμόςτοματοπολτόςαρρενοφθόροςτσιγκούνηςαυτοκόλλητοςενορχηστρώνωηλεκτρομηχανήποινικολόγοςσυνωμοτικάβιλλάνοςφουκαράςεποστρακίζομαιδιαθεσιμότητανεκροφάγοςντιλετταντισμόςμεγαλοσύνηπαντοιοτρόπως




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit