αποβαίνω

формы словаβ
αποβαίνω
(αόρ. απόθανα) в разн знач. умирать



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово умирать? — αποβαίνω
как с (ново)греческого переводится слово αποβαίνω? — умирать


αντικληρικαλισμόςαμετάλλακτοςλογιωτάτηινδιάνικαανθόπλεκτοςγιάτσοομόσπονδοςαλσώδηςανότιστοςμετάνοιαυποδηλώνωτρικούβερτοςαποστερεύωτρισεύγενηςμήτριώροφοςισοπερίμετροςαργυροστόλιστοςανταπεργόςδελεαστικόςωραιότατος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit