γνωμοδοτικός

формы словаβ
γνωμοδοτικός
консультационный;
          ~ή επιτροπή — консультация (учреждение)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово консультационный? — γνωμοδοτικός
как с (ново)греческого переводится слово γνωμοδοτικός? — консультационный


ανάγνωσμαοχτρόςδιφορούμαιζαβολιάρικοςανυπόκριτοςρηματικόςαντιλαμβανόμενοςστανταρτοποίησηπροσαύξησητυχαιότηταλίραξανθοφύλληακαταπάτητοςμασιάνησίδιοναιματολογίαόπισθενκατοστάρικοψηλομύταελατοσίδηροςιδεάζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit