τρόφιμο

формы словаβ
τρόφιμο



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово τρόφιμο? —


αταχτοποίητοςεξοκέλλωπολυαρθρίτιδαγουρλούρωτώδυσκρασίαδεκαεξαετίαρόγχοςακαταλαβίστικοςκοκέταχαλώπροσωποποιίαστράτευσηπυρπολικόπικροκαρδισμένοςπροσκεφαλαιοθήκηαβαλσάμωτοςασυνεννοησίαικρίωμαμακροπρόθεσμαύψιλον




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit