καλοκαιριάτικ|ος

формы словаβ
καλοκαιριάτικ|ος
летний;



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово летний? — καλοκαιριάτικος
как с (ново)греческого переводится слово καλοκαιριάτικος? — летний


σουρομαλλιάζωεκφέρωλυκόπορδονρητώςροζέτταγερακάρηςδιπλανόςκσλαμιώναςπονάωστεάτωμαΟυτοπίααλληλοαποκλειόμενοςσιταράτοςδροσερόςφτηνοδουλειάπετωνιάσυμπερασμόςπυργίτηςαισθητώςαρμενικήολοχρονίς




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit