μονημερίτικ|ος

формы словаβ
μονημερίτικ|ος
однодневный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово однодневный? — μονημερίτικος
как с (ново)греческого переводится слово μονημερίτικος? — однодневный


περιελίσσωεικοσάχρονοςσαλταρισμένοςωογόνιορέπιατυλίγωδιασαλευτήςφκιάριορκοδοτικόςμασκάρεμαερωτοληψίααπαίσιοςπεριλαίμιοδιαπράττωσουβάςχαρτοπαιξίαμυσαρότηταυπαλείφωγκριζούληςτσελιγγόπούλαστουμπάω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit