νηολογημένος

формы словаβ
νηολογημένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово νηολογημένος? —


κοστολόγιοακτιστοςσιδερώνωένδειξηφραγκισκανόςσυνέπηξαεσωθικάλεμοναδούλαδίμηνοςκαρβοονιάρικοςεννεακοσιάκιςκέντημαολόψυχαβαρδιάνοςνευρεξαγωγήκατιφεδένιοςαλακάπασυνεισφέρωναλογίναενδεκαπλάσιοςαποκολλώ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit