διπλοκάμπανο

формы словаβ
διπλοκάμπανο
το :
          τού ήρθανε διπλοκάμπανα — а) [phrase]на него свалилось большое несчастье;[/phrase] б) [phrase]ему двойное счастье привалило[/phrase]



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово διπλοκάμπανο? —


μεταξοτυπίακρεοφάγοςκαμαρότοςκοντοχωριανήκόλασηγυναικοφοβίαΚυριακήμεθοκόπημαεμβρυοπλαστίαξάφνισμαλαπαδιάζωεθλασαφαρδομάνικοαχρειόλογογνωσιθήραςκατσαρώνωσυνιστώαμελλητίφυλλοταξίασυμπληρωματικάΝοέμβριος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit