δαχτυλάκι

формы словаβ
δαχτυλάκι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово δαχτυλάκι? —


ομοκεντρικόςκόντημασέμπροςπεσιμιστήςτρισυπόστατοςαντροδίαιτοςστραβοπατάωριξιάπολυμέλειααπορρόφησηεθνοφυλακήύδραρθροςστασιασμόςαξιονάγνωστοςλογοτριβήεπανασυνδέωερασιτεχνισμόςιδιοσύστατοςεύγραμμοςαποχώρισητιρμπουσσόνι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit