δίτροχο

формы словаβ
δίτροχο
το двуколка



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово двуколка? — δίτροχο
как с (ново)греческого переводится слово δίτροχο? — двуколка


τεχνουργόςυγιεινήελυτροννυφικόςσχετλιασμόςεπιστημονικόςκατακλυσμικόςεκνευρίζωΑμπελόκηποιθερμοπομπόςαορτέαςκακόγριααραποσυκιάσυγγνώμηατμήρηςνεκρομαντείαδεκαφτάκόνξααβομβάρδιστοςαντίδοξοςαυτοκριτικάρομαι




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit