καταθέτρια

формы словаβ
καταθέτρια
η вкладчица; депонент



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово вкладчица? — καταθέτρια
как на (ново)греческом будет слово депонент? — καταθέτρια
как с (ново)греческого переводится слово καταθέτρια? — вкладчица, депонент


κανατάδικοΑϊδημήτρηςσυνδεδεμένοςεκμαίνομαιαντίλαμπροαδιαβατικόςρημοκκλήσιμορτίτηςφωτέϊγχιονιστήςτριοξείδιομοσκίταιπρώτονκαρίκωμαδασύμαλλοςοκτάεδροςστηθικόςαμετροβαθήςξεβρακώνομαιαρχιτέκτοναςθεολογικός





        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit