συναλλαγματική

формы словаβ
συναλλαγματική
η вексель;
          μακροπρόθεσμη (βραχυπρόθεσμη) ~ — долгосрочный (краткосрочный) вексель;
          προεξόφληση τής ~ής — учёт векселей



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово вексель? — συναλλαγματική
как с (ново)греческого переводится слово συναλλαγματική? — вексель


σαμπουάνώχου!μπαφιάζωδιασάκτηςνημάτινοςπληθώραιχνογραφείοΔφαρμακιάραπληροφορίαελκυστήραςγλυκοχαιρετάωαπλοϊκότητααιγυπτιολογίαγουβώνωαπείραχτοςέγγαμοςύπεροντσιγγάνικοςαμίμηταμονισμός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit