προσκήνιο

формы словаβ
προσκήνιο
το авансцена;
          βγαίνω (или εμφανίζομαι, προβάλλω) στό ~ — прям., перен. выходить на авансцену



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово авансцена? — προσκήνιο
как с (ново)греческого переводится слово προσκήνιο? — авансцена


παράχρησηθεσμοδότηςλειώνωμοσκομολόχααμνησικακίαμπλαστρώνωκατάκορφαλιμνογράφοςπασίχαροςεπιτηρώρέπορτερκονταρόξυλοαφεντοπούλαπερίσχεσιςαφοπλιστικόςκρυστάλλινοςανοτιμητικόςμεταλλοβιομηχανίαμπακαλόγατοςπλειοδότριαφαρμακοσυλλέκτης




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit