ντρέντνωτ

формы словаβ
ντρέντνωτ
το воен.-мор. дредноут



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово дредноут? — ντρέντνωτ
как с (ново)греческого переводится слово ντρέντνωτ? — дредноут


υποσημειώνωκονδύλιονακυριολεκτώεπιγραφικόςχηρευάμενοςκαταμουσκεύωτεκνογονώπάτημαπιθανολογώφακελοποιείοφοράωσυνταγογραφίαατμοπλοΐαδιακλύζωυγειονομείοπατριόςαυτοτέλειααυλακοχαράκτηςσόμπακοκκαλένιοςξεκόφτω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit