καρναβαλιστής

формы словаβ
καρναβαλιστής



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово καρναβαλιστής? —


ανορθογραφώπροελληνικόςαλισβερίσιπεριχυμένοςσχήμαεπίπλευσηξετυλιγμένοςουσιαστικάπολύκαρποςκατασβεστήραςμεγαλοαπατεώναςαυτονομούμαιεπίρρωσηαγρόκτημασαμαρωτόςενεργούμενοφλάμπουροεργασμένοςάστυυδαρότηταπύξινος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit