μανδαρινέα

формы словаβ
μανδαρινέα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово μανδαρινέα? —


νοικοκυρεύωκοστολόγιοσοκολατένιοςκαπνοπαραγωγόςιστιόπανοσκευαστόςθωπείαγρασάρωθυμικόδιασπαθιστήςδημοπράτηςαύλαξένωσηκατάστηθαξεκουμπίδια!αττικίζωνκαγκελλάριοςδύσπιστοςστενόψηχοςξινούτσικοςευθυγράμμίση




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit