αμετασχημάτιστ|ος

формы словаβ
αμετασχημάτιστ|ος
1) непреображённый;
2) непреобразуемый



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово непреображённый? — αμετασχημάτιστος
как на (ново)греческом будет слово непреобразуемый? — αμετασχημάτιστος
как с (ново)греческого переводится слово αμετασχημάτιστος? — непреображённый, непреобразуемый


καμινευτικόςαγιονορείτηςσφιχτάπαλαιοντολόγοςφραντζέζικοςαπίδρομοςεγκρουστήρψιλικάξεσκίζομαιαυτογονιμοποίησηγλυκοθώρητοςυπερκαταναλωτισμόςπαριστορώκατάκοροςαδιαπαιδαγώγητοςσακχαρούχοςτρίγλυφοςμαρκόνηςθεραπευτικάτσαγερίααψιδοειδής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit