αψόφητ|ος

формы словаβ
αψόφητ|ος
бесшумный



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово бесшумный? — αψόφητος
как с (ново)греческого переводится слово αψόφητος? — бесшумный


μέγεθοςδιπλάρμπουροςαναπλέωανεμομέτρησητρελοκομείοετυμολόγησηθήλασμαχειμωνιάφελίάντωσηλογογράφοςπεριπατητήςεξάρτισηπροειδοποιώεξωλογικόςορνιθοκομείοεπιδερμοφοτίαστεφανωμένοςαυτενεργώέλιπονψευδαργυρώνω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit