Δαίδαλος

формы словаβ
Δαίδαλος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово Δαίδαλος? —


διφθερίασωματοποιούμαιεξομάλισιςυψηλότατοςαδιάδοχοςκιουρίεπίκληροςυπομονεύωψυκτικάεπανασποράυπεριώδηςέγνωσανήμαμπουμπούνισμαιδιόχειροςασχημάδιδεκαπλασίασηπολύκλαυστοςκανείςπολεοδομούμαιαλλεργιολόγος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit