αραμπαδιά

формы словаβ
αραμπαδιά
η воз;
          μια ~ ξύλα — воз дров



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово воз? — αραμπαδιά
как с (ново)греческого переводится слово αραμπαδιά? — воз


παλιώνωασυμβίβαστοστεφανηφορώνοιάζειμαρμίταυποτασικόςκατήχησηγονιμοποιούμαιξεχνιούμαισημαδευτόςσυκοπερίβολοκτώμαιφουά-γκράολιγοχρόνιοςκαπνοφυτείαφυλακτήριονφωτοχαρακτικήπαρεμπιπτόντωςσούρωαποφύλλισηγυαλάς




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit