αλυσωμένος

формы словаβ
αλυσωμένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αλυσωμένος? —


αυθάδικοιεροεξεταστήςζαβλόκωμακατοπτροποιίακλούβαμποσικάδαμεξικανικόςΧιονάτηοικτιρμόςκαταχρηστικώςρατσιστικόςενθέμιονοχυρόθράσοςμπετούγιαανοφανταρενόανάεροςάνευροςψιλοχάραγοςκλειδοκύμβαλουπερμοιρία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit