αραιοκατοικημένος

формы словаβ
αραιοκατοικημένος



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αραιοκατοικημένος? —


χουρμαδιάηδονικάαλληλοσπαράσσομαιβασικόςπροσωπικότηταάμμογηθόσυνοςαστεροπληθήςαεροβάτηςμνημειώδηςδιυφαίνωκαμπανίτσαδιαβαίνωεγγύθεναναξιοπρέπειασυσταχώνωκύανοςπλίνθινοςαλαβάστρινοςκοχλιοστρόφιοχαρακτική




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit