ψιττάκωση

формы словаβ
ψιττάκωση



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ψιττάκωση? —


ισχνόςανελίσσομαικατειρωνεύομαιτσαμπουκαλούξανθομαλλούαποκαρδισμόςσαλόνιηλεκτροπτικόςένζυμονημικυκλικόςιδιοσυγκρασιακόςοινοπωλείοβιντεοκάμερααλληλοεπηρεαζόμενοςτορναδόροςκατώτεροςγρέζαεισέφρησαασελίδωτοςεπανασυζήτησηυψαύχην




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit