αλεπούδι

формы словаβ
αλεπούδι
το лисёнок;



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово лисёнок? — αλεπούδι
как с (ново)греческого переводится слово αλεπούδι? — лисёнок


δοκιμασμένοςυπερφορτίζωαπαρχαιώνομαιθρησκοληψίαψυχολόγοςακαταστάλαχτοςφυτρώνωμακροσόλλαβοςπροσεπιμετρώεικοσιπεντάρικοσυνειδητόςεπινοητικόςανεπιτυχήςπετρόψαραψυχορραγώπατρίκιοςστροβιλοκινητήραςνηματοποίησημεγαλακρίακαρδιακόςζίγκ-ζάγκ




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit