συσφικτήρας

формы словаβ
συσφικτήρας



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово συσφικτήρας? —


ασήμαντοσφαμόςεπιβατικόςγυμνόστηθοςεπιλογικόςξεσκουφώνωαισχρολόγοςαποβιταμίνωσηΤσεχοσλοβάκοςδιττόςπαπαγαλιστίραδιοτεχνίαεξαγορασμόςαντικομμουνιστικόςκασαρίααπαρσηαλίπαντοςπηρόπουςπήρωσητρυφερίτσαενδεχόμενο




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit