ένστικτο

формы словаβ
ένστικτο
το инстинкт;
          ζωώδη (ταπεινά) ~ικτα — животные (низменные) инстинкты;
          εξ ~ίκτου — инстинктивно



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово инстинкт? — ένστικτο
как с (ново)греческого переводится слово ένστικτο? — инстинкт


διώκτριαηλεκτροσόκεργοτόκρανονβρογχοσκόπησηεπτάχρωμοςστρογγυλαίνωπισκαλώεπασχολούμαιδείχνωαποικιοκρατίααρχειοθέτησηχρησιμοθηρικόςαπόβγαλμαχειμωνικόςγουρουνόπετσοςγκέκαςμήλιοςκίνημανεραϊδάρηςετερώνυμοςαυτογραφικός




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit