ενασχολούμαι

формы словаβ
ενασχολούμαι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово ενασχολούμαι? —


διαφώσκωμάνταλοευλογιώψευτοκουλτουριάρηςολοόςμηνόρροιαεκπληρωμένοςιστοχώροςελπίςεπίλεκτοςβασανιστικόςρύγχοςδιάπυροςκακοβάζωεξωτερικόξεγδαρμένοςαπόψυξημελισσοφάγοςολοταχώςφιξάρισμαυαλοποιία




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit