καρδιαγγειακός

формы словаβ
καρδιαγγειακός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово καρδιαγγειακός? —


αγιαστήςγλυκοσαλιάρηςμήκοςχρωστήραςερημούμαιπρωτάθλημαεπεβλήθηνλεύκωμαυβρεολόγιοπαραπεταγμένοςερημητήριοδιάλειμμαμπασκετμπολίσταςασκητήριονξεψειριάζωόπερακοχλιάριοχειρομαντείακαλαμίζωσοκακάςαναριωσύνη




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit