διηπειρωτικός

формы словаβ
διηπειρωτικός
межконтинентальный;
          ~ πύραυλος — межконтинентальная ракета



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово межконтинентальный? — διηπειρωτικός
как с (ново)греческого переводится слово διηπειρωτικός? — межконтинентальный


Υδεντρούλιαρμενοβέλονομάδημαζαχαροκαμωμένοςαναρμάτωτοςανδροπρεπήςβουβαίνομαιαναδρομικόςαρωματικότηταπερικάρδιοβροχοσκόπησηανετήαπεισμάτωτοςταπέτογουρουνήσιοςδίνομαιβεβηλώνομαισκοτεινάδαμοτοσυκλετιστήςαραβόσιτος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit