πετραχήλι

формы словаβ
πετραχήλι
το церк. епитрахиль;

===
          υπόσχομαι (или τάζω) λαγούς μέ ~α — наобещать с три короба



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово епитрахиль? — πετραχήλι
как с (ново)греческого переводится слово πετραχήλι? — епитрахиль


πάγωμαεπακτικόςαγιονορείτηςπαλαίστρακροκοσυλλέκτριαμιαρότηταπηγαινοερχομόςσαγανάκινηματοπονητικόςιδιαιτέρωςξεσαμάρωτοςαμοίχεοτοςαλαφρονούσακαντιλοσβήστρακρυφτούλιπεριπαικτικώςαγρονομείολιανοκαμωμένοςδιασαλεύωελεεινάρόδιος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit