παιχνιδάκι

формы словаβ
παιχνιδάκι



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово παιχνιδάκι? —


αγυάλιγοςιδιόκτητοςτυπικόκακόφημοςκαγχασμόςεκτυλίσσομαιαναδίκασηχήνάδολοςκουφόβρασηυπερκάθαρσηπερίοδοςνυκτόσημονπολυτεκνίαπροσποιούμενησυντονισμένοςσελήνιονεξαπατώυπαινίσσομαισπερματοκύτταροωκεανοπλοΐα




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit