οπτόμετρο

формы словаβ
οπτόμετρο
το мед. оптометр



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово оптометр? — οπτόμετρο
как с (ново)греческого переводится слово οπτόμετρο? — оптометр


αφρυγάνιστοςνεοφυήςπροπαρασκευάζωκομματιασμένοςσκαφτικόςπλεξίδαδιαγουμισμένοςκληρονομιαίοςπολωτήςεχινόκοκκοςμουσείοπατριάφορτικότηταεπιθεώρησηανεμίδααρτοζαχαροπλάστηςιεροεξεταστικόςανεπιφύλακτοςγκάϊδαπαγκοσμιότητααγγλίζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit