εγκεφαλίτιδα

формы словаβ
εγκεφαλίτιδα
η мед. энцефалит



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово энцефалит? — εγκεφαλίτιδα
как с (ново)греческого переводится слово εγκεφαλίτιδα? — энцефалит


σαγματοποιίααμάθευτοςαγρονόμοςάσπροςξαρματωμένοςπεριφρούρησηλωτοειδήςεπιχορηγώδράμαξεγυμνωμένοςκατώταταχολωμένοςανακτορικόςυπερφαλάγγισηανισοπαχήςσαρακοστήπαροικιακόςδέρομαιαρμεγόςκατεργάζομαιαλμευτής




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit